Το 12,9 των Ελλήνων έχει εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας

Η κοινωνική ανισότητα αξιολογείται διεθνώς στη βάση, αφενός, δεικτών ανισοκατανομής εισοδήματος και πλούτου και, αφετέρου, πιο σύνθετων δεικτών ποιότητας ζωής σε διάφορα στρώματα του πληθυσμού με ειδικότερα χαρακτηριστικά, όπως κατηγοριοποιούνται κατά φύλο, ηλικία, εκπαιδευτικό επίπεδο, κ.ο.κ.

Ταυτόχρονα, χρησιμοποιούνται και δείκτες στέρησης στη βάση του ποσοστού του πληθυσμού που, σε μια σειρά από δείκτες ευημερίας, πέφτει κάτω από ένα ελάχιστο όριο ποιότητας ζωής, και που θεωρείται χαμηλό από κοινωνικής σκοπιάς, καθώς υπονομεύει την κοινωνική συνοχή. Στη βάση, λοιπόν, και των παραπάνω δεικτών ανισοτήτων και στέρησης, και όχι μόνο της οικονομικής ανισότητας, στο Δελτίο του ΣΕΒ “ΟΟΣΑ: Ίσες ευκαιρίες για μείωση των ανισοτήτων και καλύτερη ποιότητα ζωής” επιχειρείται μια πιο εμπεριστατωμένη αξιολόγηση του επιπέδου ευημερίας της ελληνικής κοινωνίας, με στοιχεία από την βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ, σε σχέση και με τις άλλες αναπτυγμένες χώρες.

Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες που εμφανίζουν σχετικά υψηλότερη ανισότητα, μαζί με Ισπανία, Πορτογαλία, Γαλλία, Γερμανία. Στον αντίποδα του διαγράμματος βρίσκονται οι Σκανδιναβικές χώρες, όπου στη Σουηδία, για παράδειγμα, το 65% των δεικτών ευημερίας αποτυπώνουν χαμηλές ανισότητες, όταν στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 20%.

Όσον αφορά σε δείκτες εισοδήματος, το ανώτερο 20% του πληθυσμού έχει 5,51 φορές μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα από το κατώτερο 20% του πληθυσμού, λόγο που καθιστά την Ελλάδα μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με την μεγαλύτερη ανισότητα, αν και οι ΗΠΑ, το Μεξικό και η Τουρκία έχουν ακόμη μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα ενώ οι Σκανδιναβικές χώρες έχουν σχετικά χαμηλότερη εισοδηματική ανισότητα απ’ όλες τις άλλες χώρες.

Σημειώνεται ότι η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα αυξήθηκε μεταξύ 2007 και 2014, με τον λόγο του ανώτερου προς το κατώτερο 20% του πληθυσμού να διαμορφώνεται σε 6,46 το 2014 από 6,01 το 2007 και στη συνέχεια μειώθηκε σε 5,51 το 2018. Το ποσοστό αυτό φαίνεται να ακολουθεί τις επιπτώσεις των Μνημονίων που επηρέασαν αρνητικά, στα πρώτα χρόνια της μεγάλης ύφεσης, αναλογικά περισσότερο τα εισοδήματα των κατώτερων εισοδηματικά στρωμάτων λόγω της τεράστιας αύξησης της ανεργίας. Έκτοτε, υπάρχει σταθεροποίηση των εισοδημάτων, με την υπερφορολόγηση των τελευταίων ετών να συμπιέζει τα σχετικά εισοδήματα των πιο παραγωγικών εργαζομένων.

Αντιθέτως, στην ανισότητα πλούτου, όπου στην Ελλάδα το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών κατέχει το 42% του καθαρού πλούτου (ενεργητικό μείον παθητικό), έναντι 39% το 2009, η Ελλάδα εμφανίζεται ως μια από τις ευρωπαϊκές χώρες με τη σχετικά χαμηλότερη ανισοκατανομή πλούτου (μαζί με Ιταλία, Πολωνία, Σλοβακία), με τις ΗΠΑ στο 78%. Στο αποτέλεσμα αυτό ενδεχομένως να έχει συντελέσει η ταχεία επέκταση της μεσαίας τάξης στη δεκαετία του 2000 μέσω της τεράστιας ανόδου της στεγαστικής πίστης.

Όσον αφορά στις ακαθάριστες αποδοχές, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως και στην Ελλάδα, το ανώτερο 10% του πληθυσμού έχει περίπου 3 φορές τις αποδοχές του κατώτερου 10%, με τον λόγο αυτό στις ΗΠΑ να διαμορφώνεται σε 5. Στην Ελλάδα, επίσης, το ανώτερο 20% δουλεύει 1,7 φορές περισσότερες ώρες απ’ ότι το κατώτερο 20%, ενδεχομένως λόγω της συμμετοχής μεγάλου ποσοστού αυτοαπασχολούμενων.

Στο θέμα των στερήσεων, η Ελλάδα καταγράφει σημαντικά υψηλότερες στερήσεις από τον υπόλοιπο κόσμο, που ενδεχομένως να αντικατοπτρίζει και την επίπτωση της μεγάλης κρίσης και ύφεσης στην ποιότητα ζωής του πληθυσμού στην Ελλάδα. Μεταξύ των σημαντικότερων στοιχείων στέρησης είναι ότι το 12,9% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το εισοδηματικό όριο φτώχειας (έναντι 11,5% στον ΟΟΣΑ). Επίσης, το 67% του πληθυσμού έχει ρευστότητα χαμηλότερη από το 1/4 του εισοδηματικού ορίου φτώχειας, που θεωρείται μαξιλάρι ικανό να συντηρήσει κάποιον που υφίσταται μια απώλεια εισοδήματος 3 μηνών (έναντι 49,3% στον ΟΟΣΑ). Τέλος, το 55,4% του πληθυσμού θεωρείται «οικονομικά ευάλωτο» (έναντι 38,9% στον ΟΟΣΑ) που, αν και δεν έχει εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας, δεν διαθέτει σε ρευστότητα το μαξιλάρι συντήρησης των 3 μηνών, και, συνεπώς, είναι εύκολο να πέσει κάτω από το όριο φτώχειας σε περίπτωση απώλειας της εργασίας του.

Σημειώνεται ότι οι υψηλές ανισότητες και τα υψηλά επίπεδα στέρησης που καταγράφει η Ελλάδα είναι σε κάποιο βαθμό και αποτέλεσμα κοινωνικών συμπεριφορών. Συγκεκριμένα, πέραν του καθολικού φαινομένου, όπου γονείς υψηλότερου εισοδηματικού και εκπαιδευτικού επιπέδου προσφέρουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και πρόσβασης σε δίκτυα εκπαίδευσης, κοινωνικών γνωριμιών, κλπ., στην Ελλάδα οι γονείς αφιερώνουν ιδιαίτερα μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων τους στην μόρφωση των παιδιών τους. Στηρίζουν δε ποικιλοτρόπως τα παιδιά τους για πολύ μεγαλύτερη χρονική περίοδο από την ηλικία ενηλικίωσης, με γονικές παροχές και δωρεές κατά τη φάση δημιουργίας των νέων νοικοκυριών, με τους πιο εύπορους γονείς να προσφέρουν αναλογικά πολύ περισσότερα απ’ ότι οι λιγότερο εύποροι. Καθώς τα δίκτυα κοινωνικής προστασίας στο παρελθόν δεν ήταν αναπτυγμένα, η στήριξη των παιδιών γινόταν στο πλαίσιο μελλοντικής ανταποδοτικής στήριξης των γονέων από τα παιδιά. Επίσης, στο πλαίσιο αυτό, στην Ελλάδα περισσότερο από άλλες χώρες, είναι εντονότερο το φαινόμενο του «επιλεκτικού ζευγαρώματος», όπου ένα μεγάλο ποσοστό εργαζόμενων ζευγαριών αποτελείται από συντρόφους του ίδιου περίπου εισοδηματικού επιπέδου. Το φαινόμενο αυτό φαίνεται να έχει ενταθεί κατακόρυφα στη διάρκεια της κρίσης, καθώς το ένστικτο της επιβίωσης σε μια εξαιρετικά δύσκολη οικονομικά περίοδο φαίνεται, ενδεχομένως, να αποθάρρυνε την προσέγγιση συντρόφων χαμηλότερων εισοδηματικά κλιμακίων. Όλες αυτές οι πρακτικές, όμως, διαιωνίζουν τις ανισότητες, και, συνεπώς είναι σημαντικό η πολιτεία να προσφέρει αντισταθμιστικές πολιτικές που δημιουργούν ίσες ευκαιρίες για όλους, και, κυρίως, ευκαιρίες μεταξύ άλλων στην εκπαίδευση, την υγεία, και επαγγελματική κατάρτιση, αλλά και την πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, για να μπορέσουν και άνθρωποι που δεν διαθέτουν αρχική πριμοδότηση, να βελτιώσουν τις προοπτικές της ζωής τους στη διάρκεια του εργασιακού βίου.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Back to top